Thursday, January 28, 2010

Μελό.΄Ενα παλιό και κουρασμένο παιχνίδι.


Νωρίς.

Είναι νωρίς για να περιμένω μια λέξη σου μέχρι τις 4 το πρωί. Νωρίς για να σε φιλάω πάνω απ’ το βρεμένο σου μπουφάν. Νωρίς για να σε κοιτάζω να φεύγεις.

Αργά.

Είναι αργά για να μην σε ξεχάσω ποτέ. Αργά για να μείνουμε δυο καλοί φίλοι. Αργά για να μην παίξουμε αυτό το παλιό και κουρασμένο παιχνίδι.

Τώρα.

Μην μου μιλάς τώρα. Τώρα θέλω να πάρω μαζί μου λίγη από τη μυρωδιά σου στα δάχτυλά μου.

Αύριο.

Θα βγάλουμε πάλι τους χάρτες μας. Αύριο. Διδότου και Ζωοδόχου Πηγής. Πλαταιών και Κεραμικού. Σόλωνος και Θεμιστοκλέους. Κάποια γωνία θα μας κρύψει και αύριο.

Ποτέ.

Ποτέ δεν μου πήγαινε το μελό. Ποτέ δεν σου είπα για πάντα. Ούτε κι εσύ, ποτέ.

Πάντα.

Μισούσα πάντα τους αποχαιρετισμούς. Τα τελευταία φιλιά, τις τελευταίες λέξεις. Ας κάνουμε σαν. Ας κάνουμε σαν να πρόκειται να κρατήσει για πάντα.

Saturday, January 23, 2010

Ο Έλληνας Γείτονας


O Σάκης είναι Πειραιώτης και φυσικά Ολυμπιακός. Δεν γουστάρει ούτε την Αθήνα ούτε τους Παναθηναϊκούς.

Ο Σάκης ένα Λύκειο τέλειωσε, έγινε πωλητής και παντρεύτηκε την Τίτσα. Παιδί της πιάτσας ο Σάκης, τον ξέρει όλη η Κοκκινιά. Η Τίτσα άλλη κατηγορία. Πήγε και το Πανεπιστήμιό της, πήρε και το Προφίσιενσι. Γκόμενα κλάσης. Αλλά ο Σάκης έχει τον τρόπο του, τους γνωστούς και τα μέσα. Και όταν μιλάει τα κάνει όλα να φαίνονται αστεία και ξεκωλόνεσαι στο γέλιο. Έπεσε η Τίτσα. Τότε είχε πεθάνει κι ο πατέρας της. Ήθελε ένα στήριγμα και παιδιά.


Παντρεύτηκαν. Νοίκιασαν σπίτι ωραίο και μεγάλο σε καλή συνοικία. Τα Χριστούγεννα το δέντρο τους που το καμάρωναν κόστισε 250 ευρώ. Άλλο πράγμα όμως. Τα καλοκαίρια έκαναν διακοπές στο ξενοδοχείο που πήγαινε η Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη. Ήρθε και το παιδί, χρυσοπληρωμένο όμως. Ήρθε και δεύτερο κι αυτό χρυσοπληρωμένο. Γιατί ο Σάκης δεν πήγαινε στο Έλενα. Ήθελε ξενοδοχείο λουξ για την γυναίκα του. Άσε που οι ειδικές επεμβάσεις που χρειάζονταν δεν γίνονται όπου κι όπου με την πλέμπα.


Πήρε ένα δανειάκι από δω ένα δανειάκι από κει. Έφαγε κάτι λεφτά από έναν μαλάκα εργοδότη. Έφαγε και από τον άλλον όταν ο προηγούμενος τον απέλυσε. Τού δωσε κάτι αγύριστα και ο θειός, είχε και την σύνταξη του πατέρα του και της μάνας του, έβαλε και υποθήκη το δυάρι της πεθεράς, τα κουτσοβόλεψε.


Ψάρι στη Ζέα κάθε Κυριακή, η μικρή σε ιδιωτικό, ο Σάκης ήθελε πάντα τα καλύτερα. Κι όταν έφευγε για να πουλήσει στην επαρχία, Θεός. Οι ταβέρνες του, το ποτάκι του, το μαύρο του, καζίνα, μπουζούκια, καλό φαί, στριπτιτζάδικα. Να φεύγει και λίγο από το σπίτι. Να ξελαμπικάρει.



Αλλά έλα που άλλαξε ο καιρός κυρ Κότσιφα.



Άνεργος πάνω από έξι μήνες. Ο τελευταίος δεν του τη χάρισε. Χρωστούμενα νοίκια ενός χρόνου, απηύδησε η σπιτονοικοκυρά, τους έδιωξε. Το σπίτι της πεθεράς κινδυνεύει να το πάρει η τράπεζα, της μάνας του το ίδιο. Πού να βρεθούν οι δόσεις για τα δάνεια άμα έχεις να ταΐσεις δύο παιδιά. Η Τίτσα σε κακή κατάσταση. Παθαίνει πανικούς κάθε τρεις και λίγο.


Οι συγγενείς βαρέθηκαν να του δίνουν δανεικά κι αγύριστα. Μόνο εκείνος ο θειός έχει ξεμείνει και δίνει κανά φράγκο. Αυτός του έδωσε και το αυτοκίνητο γιατί τα άλλα δύο που είχαν αγοράσει με δόσεις τους τα πήραν. Στην αρχή ο Σάκης δεν το ήθελε. Χόντα του ’80. Ρεζίλι θα γίνει. Ο Σάκης με την σακαράκα στον Πειραιά. Σκληρό τιμόνι ρε παιδί μου, πού είναι το δικό του το υδραυλικό; Τέλος πάντων, το πήρε.

Έψαχνε για δουλειά. Τίποτα. Μια ξαδέλφη τού είπε να πάει να δουλέψει σερβιτόρος στο Χίλτον το ξενοδοχείο. Με τους Αλβανούς και τους Ρουμάνους να κουβαλάει πιάτα. Της είπε πως δεν την ξέρει την δουλειά. Δεν είναι αυτές δουλειές για τον Σάκη. Μέχρι και στους φίλους του τους μπάτσους πήγε. Ο διευθυντής του ΑΤ κολλητός του. «Ρε μάγκες, λαδώνεστε από τα μαγαζιά για προστασία, δεν λαδώνεστε; Ε, εγώ θα πηγαίνω να σας μαζεύω το χρήμα, να μην χάνετε και χρόνο». Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα του είπε ο κολλητός. Αδιέξοδο κι εκεί.



Ο Σάκης μισεί τους Αλβανούς, κωλοφάρα. Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Ρώσοι όλοι μαφία. Οι μαύροι, γιατί μαύροι είναι όλοι οι υπόλοιποι για τον Σάκη, Κούρδοι, Πακιστανοί, Αφρικανοί, είναι λέρες. Δεν είναι ούτε για να τους πλησιάζεις. Οι Κινέζοι έχουν σχέδιο να μας τα πάρουν. Έτσι λέει ο Σάκης.



Ο Σάκης κυκλοφορεί με γκλομπ και βοιδόπουτσα όπως την αποκαλεί. Του τα έδωσαν τα φιλαράκια στο τμήμα.



Μην βρεθείς στο δρόμο του Σάκη, φίλε.



Του χρόνου τα Χριστούγεννα, το δέντρο του θέλει να κοστίζει 500 ευρώ.



Ο τίτλος και η φωτογραφία από την ταινία του Φασμπίντερ "Ο Έλληνας Γείτονας" Katzelmacher 1969

Εκπληκτική αποτύπωση των αντιδράσεων του μικρόκοσμου μιας δυτικογερμανικής πολυκατοικίας απέναντι στην έλευση ενός «ακοινώνητου» έλληνα μετανάστη. Λεπτομερειακή καταγραφή του περάσματος των περισσότερων ενοίκων από την αρχική υπεροπτική περιέργεια στη σταδιακή ξενοφοβία και, τελικά, στο ανοιχτά ρατσιστικό ξέσπασμα.

Sunday, January 3, 2010

Η Δεκαετία του Μηδέν, ο Φιτζέραλντ και ο Τσάρλι Μπράουν



Αγαπητοί φίλοι,

Λοιπόν πάει και το Μηδέν το σκαπουλάραμε. Μετά το μηδέν όλα φαίνονται πάνω από τη βάση. Το δέκα ακούγεται καλύτερο ακόμα και με άριστα το είκοσι. Η αλήθεια είναι ότι και το είκοσι να καταφέρουμε να φτάσουμε τα πράγματα ιστορικά δεν μοιάζουν πολύ ευοίωνα. Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται δηλαδή. Αλλά από την άλλη εμένα μου θυμίζει Φιτζέραλντ και φτιάχνομαι. Γουστάρω κόσμο να πηδάει από τα μπαλκόνια μετά από οκτώ μαργαρίτες στο Ριτζ. Είναι η φαντασίωσή μου. Θέλω τσάρλεστον και γκρέιτ ντιπρέσιον. Τζαζ, τρελά πάρτυ και αυτοκτονίες. Θα περάσουμε γαμάτα, Το '20. Τότε θα είμαι 47 χρονών. Ας ελπίσουμε ότι θα αποφύγουμε τον Τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, γιατί δεν ξέρω να πλέκω κάλτσες. Τώρα για τη δεκετία του δέκα έχω να ευχηθώ τα εξής:

1.να κάνετε πολύ σεξ ( ή σαξ για τους μουσικόφιλους)

2.να κάνετε ΄πολύ σεξ με όσους δεν έχετε κάνει και θέλατε αλλά δεν τολμούσατε γιατί ντρεπόσασταν και πού να τρεχω τώρα μωρε μια χαρά είμαι.(για τους μουσικόφιλους, παίξτε ένα όργανο που πάντα φοβόσασταν ότι δεν μπορείτε)

3. να νοικιάσετε απαρτεμάντ στην πλατεία Βικτωρίας. Μόνο έτσι η πλατεία Βικτωρίας θα γίνει καλύτερη. Όταν όλα τα παιδιά που φύγαν από την Αθήνα για να ζήσουν καλύτερα, αυτά τα παιδιά με τις κοινωνικές ευαισθησίες και την πισίνα επιστρέψουν στην Βικτώρια, στην Αμερικής, στην Σπετσών και την Αιγίνης. Όχι φυσικά για να διαφυλάξουν την ελληνικότητα. Για να διαφυλάξουν την πολυπολιτισμικότητα. Και την ποιότητα της ζωής όλων μας.(για τους μουσικόφιλους ισχύει το ίδιο)

4. να πάτε βόλτα στα Τουρκοβούνια. Έχουν τρία σπήλαια, το ξέρατε;(οι μουσικόφιλοι μπορούν να ενωθούν με τους θεατρόφιλους και να κάτσουν στο σπίτι να πάιζουν σκραμπλ)

5 να δημιουργήσετε μικρές ομάδες ανακύκλωσης Δε μας χεζεις ρε βασιλική θα μου πείτε. Ε καλά μια ιδέα ρίχνω, γιατί οι γριες της πολυκατοικίας μου ούτε τα σκουπίδια τους δεν μπορούν να πάνε μέχρι τον κάδο. Εσείς δεν έχετε γριες στις πολυκατοικίες σας; Λέτε να ξέρουν τί σημαίνει ανακύκλωση; Λέτε να τους έχει ενημερώσει ο Δήμος; λέτε να μπορούν να πάνε την σακούλα μέχρι τον κάδο ανακύκλωσης;,(μόνο οι ποιητές χαι κου θα με καταλάβουν)

6 το κύρηγμα τελείωσε. (και οι ποιητές χαικού νιώθουν ανακουφισμένοι, μαζί με τους μουσικόφιλους και τους θεατρόφιλους ρίχνουν βεγγαλικά στο Σύνταγμα και στο Τμήμα Παρακαταθικών και Δανείων)

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ

Ίσως κάποτε οι ευχές να βγουν αληθινές, να κατανοήσουμε το σύμπαν και να σταματήσουμε να περιφερόμαστε σαν Τσάρλι Μπράουν στην άδεια Αμερική μιας αιώνιας παιδικής ηλικίας. Η Λούσυ θα μας λέει μόνο μάλιστα, οι μπάλες του μπέιζμπολ θα έχουν εξαφανιστεί και το κορίτσι με τα κοκκινα μαλλιά θα μας φιλήσει στο μάγουλο.

αφιερωμένο στο Lamed


φωτο Hari Sundaram για το πρότζεκτ you my mirror, της Λουκίας Ρικάκη

Sunday, September 13, 2009

"Αν κάνετε ανακατανομή του πλούτου, μην πουλήσετε τις Μπάρμπι μου."



(από τραγουδάκι διαμαρτυρίας νεανίδος ενάντια στο σοσιαλιστικό κράτος πρόνοιας που θέλει να εγκαθιδρύσει ο κομμουνιστής και μαύρος Ομπάμα)

Όλο το καλοκαίρι παρακολουθώ μετά μανίας ένα θέμα.Την προσπάθεια μεταρρύθμισης του συστήματος Υγείας στην Αμερική.

Χέσε μας ρε απολογία θα μου πείτε. Εδώ ο κόσμος στο σπιτόδασος καίγεται και σιχτιράει τα φακελάκια που έδωσε για να χτίσει νόμιμα, ο Καραμανλής την θέλει νωπή γιατί δεν την έβαλε στο ψυγείο και του ψιλομυρίζει, ο δεύτερος ακαταλληλότερος θα γίνει οσονούπω πρωθυπουργός, ο Καταφερτζέρης έχει ξεχάσει ποιούς έχει βάλει στις λίστες του και χαιρετάει ναζιστικά τους οικολόγους, κι εσύ ρε απολογία ασχολείσαι με το αν θα έχουν δωρεάν περίθαλψη οι Αμερικάνοι;

Ναι ρε παιδιά. Έχω λόγο. Δεν μου πεθαίνει κανένας ανασφάλιστος συγγενής στην Αμερική, δεν πρόκειται γι’ αυτό.

Αλλά ίσως εξηγήσω το ενδιαφέρον μου αντιγράφοντας ένα απόσπασμα από την επιστολή του πρόσφατα, εντελώς νεκρού, Δημοκρατικού Γερουσιαστή, Τεντ Κένεντυ, προς τον Μπαράκ Ομπάμα. Μπορείτε επίσης να δείτε τον Ομπάμα να το διαβάζει στο Κονγκρέσσο σε έναν πραγματικά μνημειώδη λόγο:

« Η μεταρρύθμιση του συστήματος Υγείας [...] είναι πάνω απ’ όλα ένα ηθικό ζήτημα∙αυτό που διακυβέβευεται δεν είναι απλώς οι λεπτομέρειες στην διαχείρησή του, αλλά οι βασικές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και το ήθος της χώρας μας»

Το ήθος μιας χώρας πλούσιας, της μοναδικής στον Δυτικό κόσμο, της οποίας οι πολίτες αναγκάζονται να πληρώνουν ιδιωτική ασφάλιση υγείας, έχουν δεν έχουν. Σαράντα εκατομμύρια, απλά δεν έχουν. Τίποτα. Για τους υπόλοιπους τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Οι ασφαλιστικές εταιρίες αρνούνται να σε καλύψουν αν έχεις οποιαδήποτε προυπάρχουσα ασθένεια. Ένα παιδί με σύνδρομο ντάουν απλά δεν έχει ασφάλεια. Αλλά κι αν δεν έχεις προυπάρχουσα ασθένεια κι έχεις πληρώσει χρόνια και χρόνια τα εξαιρετικά υψηλά ασφάλιστρα των εταιριών, οι ακούραστοι υπάλληλοι θα σου βρουν μία, όταν χρειαστεί να βάλουν το χέρι στην τσέπη. Όταν διέγνωσαν σε μια γυναίκα καρκίνο του μαστού, οι ασφαλιστές της αρνήθηκαν να πληρώσουν τις χημειοθεραπείες της. Η αφορμή; Δεν τους είχε λέει ενημερώσει ότι έπασχε από ακμή. Άρα το συμβόλαιο ήταν άκυρο. Μέχρι να λυθεί το πρόβλημα ο όγκος είχε διπλασιαστεί. Ένας άλλος καρκινοπαθής πέθανε για τον ίδιο λόγο. Αυτός είχε λέει πέτρα στη χολή και τους το φύλαγε μυστικό.

Οι ασφαλιστικές αλωνίζουν.Δεν έχουν περιορισμούς, δεν υπάγονται σε νόμους, παρά μόνον σ' αυτούς της αγοράς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν αλλάζεις δουλειά, αλλάζεις και ασφάλεια ή απλά την χάνεις. Οι διαγνωστικές εξετάσεις είναι πάντα έξτρα. Δεν συζητάμε για φτωχούς και ανέργους. Απλά δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Οι ασφάλειες είναι τόσο ακριβές που κάποιοι εργοδότες δεν μπορούν να τις πληρώσουν.

Κάθε μέρα 14.000 Αμερικανοί χάνουν την ασφάλειά τους.

Αυτή είναι η άλλη Αμερική. Όχι η Αμερική που μισούμε, αλλά η Αμερική που θα πρέπει να λυπόμαστε. Ένας τόπος που υπερηφανεύεται για την «δημοκρατία» του, και δεν έχει ακόμα καταφέρει να έχει κράτος πρόνοιας. Με τουλάχιστον 40 εκατομμύρια πολίτες κάτω από το όριο της φτώχειας.

Από την εποχή του Ρούσβελτ (1901) προσπαθούν να ψηφίσουν ένα νομοσχέδιο για ένα κρατικό σύστημα υγείας. Οι σκληροπυρηνικοί Ρεπουμπλικάνοι πάντα το μποικοτάρουν.Συμφέροντα, λόμπι, φαρμακευτικές, από την πλευρά των συντηρητικών πολιτικών, και πάνω απ’ όλα αυτό που αποδείχθηκε το φετινό καλοκαίρι.

Οι Αμερικανοί πολίτες:

1. Αγνοούν τί σημαίνει κρατική πρόνοια, παροχές, κοινωνικό κράτος. Δεν κοροιδεύουν, πραγματικά το αγνοούν.

2. Φοβούνται το κράτος και οτιδήποτε εκπορεύεται από αυτό. Η κυβέρνηση πρέπει να έχει όσο το δυνατό μικρότερο σχήμα (σας θυμίζει κάτι αυτό;) και να ασχολείται κατά το δυνατόν λιγότερο με αυτούς. Είτε έχει να κάνει με φόρους, είτε με παροχές.

3. Η ατομική πρωτοβουλία που βοήθησε την Αμερική να γίνει αυτό που είναι σήμερα, έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων με την παντελή έλλειψη αισθήματων αλληλεγύης. Δεν μιλάμε για φιλανθρωπία. Μιλάμε για αλληλεγγύη.

4. Ο κοινωνικός ρατσισμός δεν είναι ο μόνος ρατσισμός. Αυτό, που οι Αμερικανοί δεν τολμούν να πουν, υπάρχει. Το 2009, «μαύρος» είναι πολύ δύσκολο να σημαίνει και «Πρόεδρος οφ δε Γιουνάνιτεντ Στειτς».

5. Αταβιστικός φόβος για τις λέξεις «σοσιαλισμός» (που στα αγγλικά όμως συνδέεται και με όποια λέξη σημαίνει κοινωνικό = social) και «φιλελεύθερος» (= liberal). Είναι σίγουρο ότι δεν γνωρίζουν τίποτε για το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κόμμα και τη μεγάλη Φιλελεύθερη Παράταξη.


Επειδή το έχω ρίξει στην πολιτική ανάλυση και τα μακροσκελή ποστ δεν διαβάζονται εύκολα, το θέμα συνεχίζεται, που λέει και ο σοφιστής.


Θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω με βίντεο ανταποκριτών και άρθρα που διάβαζα και διαβάζω από τον Ιούνιο μέχρι και σήμερα, τί συνέβη φέτος το καλοκαίρι και πώς συνδέεται με τα παραπάνω τέσσερα σημεία.

Το ντιμπέιτ- λέγε με αναμέτρηση- για την Αμερικανική μεταρρύθμιση στην Υγεία, είναι, πάνω απ’ όλα, η ανατομία ενός λαού που έχουμε μάθει να αγαπάμε και να μισούμε ταυτόχρονα. Τώρα γίνεται μια προσπάθεια να τον μισούμε λίγο λιγότερο και δεν θα ήθελα να πάει χαμένη.


Για τους πιο διαβαστερούς και αγγλομαθείς προτείνω τον Αμερικανό συντάκτη και ανταποκριτή της Γκάρντιαν Michael Tomaski. Τα άρθρα του έχουν μορφή μπλογκ όπου μπορείτε να αφήσετε και σχόλια. Κάποιες φορές οι ανταποκρίσεις του είναι σε βίντεο και έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Κάποιες θα τις βάλω κι εγώ αργότερα μπας κι εξηγήσω τα ανεξήγητα.

Ολόκληρος ο λόγος του Ομπάμα, που για όσους δεν ξέρουν δεν φαντάζομαι να παρουσιάζει ενδιαφέρον, εδώ. Είναι συγλονιστικός.

Ελπίζω στο τέλος αυτών των ποστ να θέλετε να τον δείτε διακαώς. Μην σκιστείτε μόνο. Ακρίβυναν και τα καλσόν.

Friday, September 4, 2009

Σαν Προσευχή -as if the ideal society were one in which both rich black kids and rich white kids could attend the same elite college


"Έχω διαβάσει στον Τύπο και καταλαβαίνω πως υπάρχουν μεγάλες διακρίσεις στην Ανατολική Ευρώπη. Αυτό με λυπεί, επειδή δεν μου αρέσει να υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Θέλω ίσα δικαιώματα για τους Ρομά, τους ομοφυλόφιλους, τους ανθρώπους διαφορετικού χρώματος". Μαντόνα (από τη λάιφο)

Μας λυπεί. Οι διακρίσεις δεν μας ενδιαφέρουν. Είμαστε κατά των διακρίσεων.

Μας ενδιαφέρει να είμαστε όλοι διαφορετικοί. Εσύ μαύρος Γάλλος, εγώ κίτρινος Άγγλος. Εσύ τρανσέξουαλ εργένης, εγώ μπαισέξουαλ οικογενειάρχης. Εσύ φτωχός λευκός, εγώ πλούσιος λευκός. Αποθεώνουμε την διαφορετικότητα.

Φάε λίγο χαβιάρι. Από το καλό.

Μείνε Μαύρος. Μείνε Τσιγγάνος. Μείνε Ομοφυλόφιλος. Μείνε Φτωχός.

Δεν θέλουμε να σε αλλάξουμε. Θέλουμε να μείνεις όπως είσαι. Κι εμείς γι αυτό που είσαι θα σε σεβόμαστε. Γιατί είμαστε πολιτισμένοι.

Βάλε ένα ουισκάκι. Από το καλό.

Αποθεώνουμε την διαφορετικότητα. Δεν συζητούμε για την ανισότητα. Από τη στιγμή που σε σεβόμαστε, θα πρέπει να σου είναι αρκετό.

Αν μπορείς να αγοράσεις μπλουμπέρι όπως κι εμείς, αν μπορείς να στείλεις τα παιδιά σου στα ίδια ακριβά σχολεία με μας, είσαι σαν εμάς. Κι ας είσαι διαφορετικός.

Αλλά ό,τι κι αν είσαι, εμείς θέλουμε να παραμείνεις το ίδιο. Ψοφάμε για διαφορετικότητα. Και σεβασμό. Μην αλλάξεις ποτέ.

Μείνε Αλβανός, μείνε Άγαμος, μείνε Γκέι, μείνε Φτωχός. Μείνε ο εαυτός σου. Σε αγαπάμε.

Γι αυτό που είσαι.

Βοήθειά μας.



Αν το θέμα σας ενδιαφέρει, διαβάστε:

το βιβλίο του Walter Benn Michaels The Trouble with Diversity: how we learned to love identity and ignore inequality.

το ποστ του Momus πάνω σ' αυτό.



photo Steven C Harvey

Saturday, August 1, 2009

Απλές ασκήσεις εύρεσης κοχυλιών, μάθημα 37.


Σκέψου κάτι άλλο. Μην σκέφτεσαι κοχύλια. Άφησε το βλέμμα σου να ακουμπά στα βότσαλα και σκέψου τη μέρα που καθισμένη στο λευκό μάρμαρο της Αγίας Ειρήνης, αυτός σου έδειξε εκείνη την ασπρόμαυρη γυναίκα. Αμίλητη, επιβλητική. Γιατί την φοβήθηκες; Γιατί την φοβάσαι ακόμα; Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε;
Και τότε θα εμφανιστεί. Σαν απάντηση. Το κοχύλι που έψαχνες. Το κοχύλι σου.

Δεν σου χρειάζεται μια παραλία ολόκληρη. Μην χάνεις τον χρόνο σου πηγαίνοντας πάνω κάτω. Είκοσι τετραγωνικά εκατοστά είναι αρκετά. Συγκεντρώσου σ’ αυτά. Στον ίδιο χρόνο, θα βρεις τόσα κοχύλια, όσα θα έβρισκες γυρνώντας όλη την ακτή.

Μην ψάχνεις για μεγάλα κι εντυπωσιακά. Μάζευε και τα πιο μικρά. Αυτά που η ζωή έφυγε από μέσα τους πριν ακόμα ξεκινήσει. Κι όμως, στον γενετικό τους κωδικά έχουν γραμμένο το μεγαλείο. Η ελαφρότητα τους θα σε αποζημιώσει. Ποτέ δεν θα σου γίνουν βάρος. Η πολυπλοκότητά τους θα σε ικανοποιήσει. Ποτέ δεν θα τα βαρεθείς. Ιδανικά για ταξίδια. Χωράνε κάτω από τα νύχια σου. Μην τα κοιτάξεις με μεγεθυντικό φακό, είναι ντροπαλά. Εμπιστέψου τα μάτια σου.

Μην σκέφτεσαι κοχύλια. Σκέψου κάτι άλλο. Ιούνιος του 2004. Σου φαίνεται πρόσφατο; Έχουν περάσει πέντε χρόνια. Κι ακόμα τη φοβάσαι. Ο τρόπος που προσφέρει, είναι σα να ζητάει. Και κανείς δεν μπορεί να της πει όχι. Γιατί προσφέρει πολλά.

Άσπρη αχιβάδα με καφετιές ραβδώσεις. Μήκος: τρία εκατοστά, κατά προσέγγιση.

Σκέψου. Πέντε χρόνια. Μόνο ο έρωτας προλαβαίνει να φύγει σε πέντε χρόνια. Ποτέ ο φόβος. Ο φόβος και η ευγένεια είναι δώρα που προσφέρουμε σε οτιδήποτε δεν γνωρίζουμε. Και κάποια πράγματα, κοχύλια και άνθρωποι, φροντίζουν να παραμένουν άγνωστα. Για πάντα. Εξυπηρετούνται.

Μακρόστενο ροζέ στριφογυριστό. Μήκος δύο εκατοστά, κατά προσέγγιση.


Μόνο ο έρωτας. Συγκεντρώσου στα είκοσι τετραγωνικά εκατοστά σου. Φεύγει. Μια παραλία ολόκληρη. Η πολυπλοκότητά του θα σε ικανοποιήσει. Πέντε χρόνια. Ποτέ δεν θα σου γίνει βάρος. Για πάντα. Εμπιστέψου τα μάτια σου.

Μακρόστενο στριφογυριστό με τρύπες. Λευκό διάστικο με καφέ βούλες. Μήκος πέντε εκατοστά, κατά προσέγγιση.

Όταν μαζέψεις τα κοχύλια σου, έχεις δύο επιλογές.
Κράτησέ τα. Είναι δικά σου. Μπορείς να τα ξεχάσεις στο βάθος της καλοκαιρινής σου τσάντας. Ίσως τα ξαναβρείς σε κάποια μετακόμιση μετά από χρόνια. Εκείνα δεν θα σου έχουν κρατήσει κακία. Κοχύλια είναι. Οι ενοχές όλες δικές σου. Μπορείς να τα απλώσεις στα τραπέζια σου, να τα αποθηκεύσεις σε καλάθια. Σκονισμένα τρόπαια περασμένων καλοκαιριών. Ποτέ δεν θα σου ζητήσουν το λόγο. Μόνο ο έρωτας δεν αντέχει τη σκόνη. Αύγουστος 2004. Κυπαρισσία, Διονυσίου Αεροπαγίτου.

Σαλιγκαράκι, λευκό. Μήκος τρία εκατοστά, κατά προσέγγιση.

Άφησέ τα. Εκεί που τα βρήκες. Μην τα κάνεις δικά σου. Ποτέ.
Άφησέ τα. Να τα φοβάσαι. Να τα νοσταλγείς. Άγνωστα και μακρινά.

Πάντα παίρνω μαζί μου τα κοχύλια μου. Και τις ενοχές μου για τη σκόνη.


Εμπιστέψου τα μάτια σου. Για πάντα. Ποτέ.



photo Steven C. Harvey

Tuesday, June 2, 2009

British Isle of Kypseli day 1223 Ανακύκλωση


Τελευταία, έψαχνα να βρω την ετυμολογία του ΑΝΗΚΩ.

Το ανήκω είναι μια αισιόδοξη σκέψη. Μια ασφαλής λέξη. Εγώ ανήκω. Εγώ νιώθω σημαντικός. Απαραίτητος.

Αυτό μου ανήκει. Είναι δικό μου. Κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει. Κατάφερα να το έχω. Μου ΑΝΗΚΕΙ. Μια εγωιστική λέξη. Μια παρηγορητική σκέψη.

Τί να σημαίνει άραγε; Που βασίζεται άραγε η αισιόδοξη δύναμή της;

Τη χώρισα στα δύο. Άνω-Ήκω.

ΑΝΩ λοιπόν. Προς τα πάνω, δηλαδή.

ΉΚΩ, το δεύτερο συνθετικό. Δηλαδή φτάνω κάτι. Το έφτασα. Το κατέκτησα.

Κι έτσι επιβεβαιώθηκε η αισιοδοξία της σκέψης. Η επικίνδυνη έλξη της λέξης.

ΑΝΗΚΩ σήμαινε αρχικά φτάνω κάτι που βρίσκεται ψηλά. Πάνω από μένα.

Της το είπα. Κι έτσι την έπεισα να σταματήσει τις φωνές. Δεν μου μιλάει πια. Αλλά μου γράφει πού και πού. Αυτό ήταν το τελευταίο της μέιλ.

Μόλις είχα ένα ντεζα βου. Δεν είναι καλο σημάδι. Μια γάτα περνάει και ξαναπερνάει από μπροστά μου. Είμαι στο Μάτριξ και όλοι είσαστε ψεύτικοι. Θα πάρω το ντουφέκι μου και θ’ αρχίσω να σας πυροβολάω για να σιγουρευτώ ότι θα πεθάνετε. Η αλήθεια είναι μύθος, και η εξίσωση άλυτη. Μην με πλησιάζετε γιατί βρωμάω αιθανόλη και εκτοξεύω πίξελ με άνθρακα. Άμα σας πω ότι θα αυτοκτονήσω, οι άνθρωποι από την υπηρεσία δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος θα έρθουν να με σώσουν; Χτυπήστε μου την πόρτα, θέλω να δω αν ζω στην διεύθυνση που γράφει η φορολογική μου δήλωση. Μεταφράστε με θέλω να μιλάω με υπότιτλους. Υπογράψτε με θέλω να έχω δίκιο, θέλω να γίνω το νούμερο 10.000. Θέλω να σας μιλήσω αλλά δεν έχω αυτιά και δεν μ' ακούω. Χαλαρά θέλω να ζήσω, πολύ χαλαρά. Βάλτε με στην μπρίζα έχω μια υποδοχή στο υπογάστριο. Πατήστε με κάνω νιάου. Κλικάρετέ με, κλικάρετέ με, κλικάρετέ με.

Ακόμα δεν με έχει συγχωρέσει κι έχουν περάσει 1161 μέρες.



photo S H Harvey

Sunday, May 17, 2009

British Isle of Kypseli day 1207 Νεκρή Φύση


7.05 το πρωί.
Ξύπνησα, όπως κάθε μέρα, με μια αίσθηση ανυπομονησίας, που σπάνια επαληθεύεται. Έτρεξα στην κουζίνα για καφέ. Τρία τσιγάρα στο πακέτο. Τραγωδία.
Κάθησα μπροστά στην οθόνη. Έτοιμη να λύσω το επτασφράγιστο μυστήριο της δημιουργίας κελιών. Το σατανικό Εξ Ελ με κοίταζε κοροιδευτικά. Άι στα κομμάτια κωλοπρόγραμμα. Δεν θα με πεις εσύ ηλίθια, γαμώ το ποντίκι που σε πέταγε. Αλλά τις ευγενικές αυτές σκέψεις διέκοψε ένας θόρυβος, ακριβώς δίπλα μου.
Το Φυτό.
Το Φυτό είναι ένα περίεργο πλάσμα με πράσινα φύλλα, που μένει κολλημένο πεισματικά δίπλα στον υπολογιστή. Δεν κατουράει ποτέ στο πάτωμα, δεν τρώει κονσέρβες και δεν τρέχει πάνω κάτω σα σβούρα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή μάλιστα, νόμιζα ότι ουδέποτε μιλάει. Μεταξύ μας δεν αναπτύχθηκε ποτέ κανενός είδους σχέση. Ζούσαμε για χρόνια στο ίδιο σπίτι, σαν δυο ξένοι. Με την πλάτη γυρισμένη. Εγώ κοιτώντας την οθόνη, αυτό την μπαλκονόπορτα. Ε, δεν είχαμε και τίποτα να πούμε. Με λίγα λόγια, το Φυτό μου ήταν πάντα ακατανόητο.
Αλλά αυτός ο θόρυβος, με έκανε να το κοιτάξω με προσοχή, για πρώτη φορά.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ανοίξαμε συζήτηση. Ειδικά το πρωί, είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω να κάνω. Ανακάλυψα όμως την πηγή του θορύβου.
Ένα φύλλο είχε αρχίσει ν’ ανοίγει. Όπως γίνεται καμιά φορά στα ντοκυμαντέρ, σε γρήγορη κίνηση. Αυτό όμως γινόταν ζωντανά. Δίπλα μου. Δίπλα στον υπολογιστή.
Πήγα κι έβαλα λίγο νερό στο βραστήρα που εκτελεί ενίοτε και χρέη ποτιστηριού.
Το ήπιε όλο. Ξανακοιταχτήκαμε.
Το φύλλο άνοιξε λίγο ακόμα, βγάζοντας μια κραυγή ανακούφισης. Κι εγώ ξαναγύρισα στο Εξ Ελ που τώρα είχε πάρει μια χαιρέκακη έκφραση.
«Θέλετε να το στείλετε στον κάδο ανακύκλωσης;»
Επειδή δεν υπάρχει η επιλογή «Οπωσδήποτε», πάτησα απλά «Ναι».
Το Εξ Ελ δεν πρόλαβε να αρθρώσει λέξη.
Το Φυτό έβγαλε έναν τελευταίο ήχο. Θα ορκιζόμουν ότι έμοιαζε με γέλιο, αλλά δεν γνωριζόμαστε ακόμα τόσο καλά. Ίσως να ήταν και λυγμός.

2.05 το μεσημέρι
Στο αυτοκίνητο του πατέρα μου. Σ’ αυτό το ίδιο παλιό Χοντάκι που με πήγαινε από το σχολείο στο μπαλέττο, κι από τα γαλλικά στον Πανελλήνιο. Εκεί που πρωτοάκουσα «Τα τραπεζάκια Έξω», εκεί που η κασέττα από το Φεστιβάλ της Κέρκυρας έπαιζε ξανά και ξανά. Σ’ αυτό το αυτοκίνητο, άλλαζα ρούχα, αποστήθιζα ιστορία, έλυνα εξισώσεις και μυστήρια της εφηβείας. Το θυμάμαι όταν πρωτοήρθε. Ασημί και γυαλιστερό για να αντικαταστήσει το ταλαίπωρο Φίατ 123. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Ντρεπόμουν να πατήσω. Τότε μέναμε στα Λιόσια σ’ ένα σπιτάκι με ασβεστωμένη αυλή, γιασεμιά και τριαντάφυλλα. Και το Χόντα στεκόταν απ’ έξω κάτω από μια ελιά, σαν το πρίγκηπα του παραμυθιού που έψαχνε να βρει το γοβάκι της Σταχτοπούτας.
Από τότε έφαγε πολλή σκόνη. Ψήθηκε κάτω από τον ήλιο των νησιών. Έτρεξε ουρλιάζοντας στην εθνική. Κουβάλησε ποδήλατα, οικοσκευές, ελπίδες και απογοητεύσεις. Κουράστηκε από τους ατέλειωτους καυγάδες, χόρτασε γέλια και κλάμματα. Επιτυχίες κι αποτυχίες.
Τώρα αγκομαχάει στις ανηφόρες της Κυψέλης. Δίσκος, λέει ο Μανώλης στο συνεργείο. Εγώ λέω «Μπράβο ρε Χοντάκι. Παλικάρι. Πάλι την έβγαλες την Καυκάσου».
Το Στηβάκι πάντως πιστεύει ότι το Χόντα είναι θηλυκό.

23 05 το βράδυ
Μπροστά στην οθόνη ξανά. Μπυρίτσα, σχόλια, διαφωνίες. Οι υπολογιστές καίνε τα βράδια. Τα ποντίκια ιδρώνουν. Και ξαφνικά, ένα ποστ. Λέει πως τα βαρέθηκε όλα. Ως εδώ. Δεν θέλει άλλο πόνο. Κοιτάζω το όνομα. «Τηλέμαχος». Κάπου τον έχει πάρει το μάτι μου. Αλλά ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να τον διαβάσω. Ίσως και να είχε ενδιαφέρον, αλλά ποτέ δεν με τραβούσαν τα ψυχομπουκώματα του μικροαστισμού. Ούτε τα δικά μου. Ξαναδιαβάζω το ποστ. Ναι. Είμαι σίγουρη. Θ’ αυτοκτονήσει.
Το σπίτι σε συνεγερμό.
-Δες, δες αν ειναι ον λάιν.
-ΝΑΙ ΕΙΝΑΙ ΟΝ ΛΑΙΝ.
-Είναι ζωντανός δηλαδή;
-Ναι είναι ΖΩΝΤΑΝΟΣ.

Αλήθεια αγαπούλα, με την κοντή φουστίτσα, και την μελαγχολία του πέμπτου ορόφου; Ποιός σου τό πε, ότι όποιος είναι ΟΝ ΛΑΙΝ είναι ζωντανός;




Photo S.C. Harvey, Athens located 3

Thursday, April 16, 2009

British Isle of Kypseli day 1176


H μόνη αλήθεια είναι το Λάμδα.

Λες;

Θέλω.

Αλήθεια;

Ψέμματα.

Γιατί δεν έβαλες Λάμδα στη λέξη σου;

Γιατί η μόνη αλήθεια είναι το Λάμδα.

Με πόσα Λάμδα γράφεις τα φιλιά;

Με όσα σου λείπουν.

Λυπάμαι δεν σε καταλαβαίνω.

Λυπάμαι δεν θα σε περιμένω.

Αλήθεια;

Λέμματα.

Όταν μου μιλάς με Λάμδα σε λατρεύω.

Όταν με λατρεύεις σε μισώ. Πες μου κάτι αληθινό, χωρίς λάμδα. Σταμάτα αυτό το ηλίθιο παιχνίδι. ΈΛΗΞΕ. Πες μου κάτι αληθινό σαν τις εισαγωγές του Χιώτη στον Επιτάφιο. Πες μου κάτι με αντρίκια Ρω και σκληρά Κάππα. Κάτι με Σίγμα που δεν τσιγκουνεύονται και Ταφ που πατάνε στέρεα. Βασιλικά Βήττα. Γάμμα που δεν χαρίζονται και Πι που δεν παρακαλούν. Πες μου κάτι για Γεράνια. Πες μου Κράτα το χέρι μου. Πες μου Πέτρα. Βροχή. Όνειρα. Μην μου πεις Λυγμός, έχει Λάμδα. Πες μου Πάμε αστέρι μου.Πες μου Πάρτο στεφάνι μας. Θε μου πώς γράφεται το πάρτο; Δεν έχει σημασία πές το μου. Βαρέθηκα τα Λάμδα. Δώς μου τ’ αγέρι, δώς μου το πέλαγο. Όχι. Μην μου πεις πέλαγο, έχει Λάμδα. Σου ρίχνω μεταξωτό σχοινί. Πιάστο. Πώς γράφεται το πιάστο; Θέ μου, Πιάστο. Δεν έχει σημασία. Ρεστάρησα. Όλα πάλιωσαν. Μ’ ένα ποτήρι πίναμε κι οι δυο. Πες μου Ποτήρι. Πες μου Κουρέλι. Μην μου πεις παλάτι. Έχει Λάμδα. Πες μου Ρούχο, Σπαραγμός. Πέστα. Θε μου πώς γράφεται το πέστα; Δεν πειράζει στην κρύα νύχτα ρίχτα. Όσο πιο μακριά από το Λάμδα, τόσο καλύτερα. Μίλα. Πες Πίκρα, Σκοτάδι, Σαββατόβραδο. Ίδιο Χριστός Ανέστη. Μην μου πεις δεν έχουμε ζωή. Δεν έχει Λάμδα, αλλά δεν το αντέχω. Πες μου Ιδρώτας, Αναστεναγμός. Βραδιά, Σπίτι.

Τελείωσες;

Μάλιστα.



photo S. C. Harvey

Wednesday, April 8, 2009

British Isle of Kypseli day 1168


Έλεγα πάλι στον φίλο μου τον Σάμπαλη τις προάλλες «Ρε συ Νικολάκη, φτάσαμε 36 χρονών γαιδούρια κι ακόμα μας μιλάνε σαν να είμαστε πιτσιρίκια. Τί στο διάλο φταίει;»

Ο Σάμπαλης, στωικός Λιοσιώτης, μονίμως άφραγκος αλλά χωρίς να το ξέρει κανείς., μονίμως σε κάποια δουλειά του ποδαριού για να τα κουτσοβγάζει πέρα αλλά χωρίς να παραπονιέται, γύρισε με το μονίμως γλυκόπικρο χαμόγελό του και μου είπε «Μη δίνεις σημασία».

Ο φίλος μου ο Σάμπαλης λέει καμιά φορά μεγάλες σοφίες. Αλλά αυτό το «μη δίνεις σημασία» ήταν μεγάλη βλακεία. Ή τέλος πάντων είναι πολύ Ζεν για την ιδιοσυγκρασία μου. Σχώρα με ρε φίλε. Μπορεί να φταίει που δεν κάνω Αικίντο, μπορεί να φταίει που δεν πέρασα ένα χειμώνα στο ερημονήσι σαν κι εσένα, μπορεί πολλά.. Αλλά αυτήν την ΦΑΡΑ δεν την αντέχω. Μου γυρίζει τα συκώτια. Ξέρεις για πια φάρα λέω, φίλε Νίκο.

Εσύ ξέρεις γλυκειά μου;

Αυτήν που έρχεται με το φρύδι ανασηκωμένο, να σου πουλήσει τη ματαιδοξία της. Αγορασμένη πανάκριβα, φυσικά, με γονυκλισίες στην ανωτέρα Αρχή και προσβολές από τα αφεντικά, που τις ανέχονταν για χρόνια και που τώρα φούσκωσαν μέσα τους, έγιναν κακό σπυρί που έσπασε και χύνει το πύον του επάνω μας.

Αντράκια της συμφοράς που περιφέρουν ξεβράκωτο τον τσαμπουκά τους για να δουν ποιός τον έχει πιο μεγάλο. Που φέρονται σε όλες τις γυναίκες σαν να είναι πουτανάκια γιατί καμιά δεν είναι σαν την Μανούλα. Την αειπάρθενο. Οι γνώσεις τους τεράστιες κι αυτές. Οι ικανότητές τους υπερμεγέθεις. Σαν τον Γκιούλιβερ, έξω από την χώρα των Λιλιπούτειων, που νόμιζε ακόμα ότι ήταν γίγαντας.

Σου θυμίζει τίποτα γλυκειά μου;

Οι άλλοι άντρες είναι είτε αδερφάρες ( ευτυχώς έμαθαν να τους λένε γκέι, γιατί είναι και πολιτισμένοι) είτε κρυφές αδερφές. Μόνο κάτι κολλητοί, που ακούν με τις ώρες τις διαλέξεις για το πόσο μεγαλειώδεις είναι, και κουνούν το κεφάλι αποκαμωμένοι.
Ε! αυτοί είναι εντάξει.
Δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους. Μην τους πατήσεις κατά λάθος, θα σε κάνουν ρεζίλι στην πιάτσα. Γιατί εσύ δεν ξέρεις, αγάπη μου.
Αυτοί ξέρουν. Αυτοί είναι τα αφεντικά. Πάρτο χαμπάρι. Χάρη σου κάνουν που σου μιλάνε κιόλας. Αυτοί κάθονται πρώτο τραπέζι πίστα. Εσύ στην Κυψέλη.
Είναι Έλληνες, με το Έψιλον κεφαλαίο. Εσύ με μικρό. Τα ελληνικά είναι η πλουσιότερη γλώσσα του κόσμου και όταν εμείς χτίζαμε τον Παρθενώνα, οι άλλοι πηδάγανε πάνω στα δέντρα. Σου λένε, και εσύ σκύβεις το κεφάλι. Από δέος για την ευρυμάθειά τους νομίζουν αυτοί, από ντροπή εσύ. Γιατί βρε κουτό; Αφού τους βλέπεις τον έχουν ξεσκονίσει τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Με το λεξικό της Οξφόρδης κυκλοφορούν στα μαγαζά και διαβάζουν κάτω από το λιγοστό φως της πίστας.

Εσύ να τα βλέπεις γλυκειά μου.

Είναι και γαλαντόμοι. Μεγάλες ψυχές. Και τα ποτά σου θα σου αγοράσουν, και με τον χασικλή τον φίλο σου θα κάνουν παρέα, και κουβέντα δεν θα πουν άμα βάλεις τα μίνι και φλερτάρεις λίγο παραπάνω με τα φιλαράκια σου, γιατί είναι και προοδευτικοί.

Αλλά επειδή το μότο τους είναι «οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους», ξέρεις ότι θα το πληρώσεις κι εσύ με τη σειρά σου γλυκειά μου.

Το κατάστημα δεν πουλάει χάρες. Το βερεσέ πέθανε, που λέγαν κι οι παλιοί μπακάληδες. Γιατί μπορεί να είναι ευαίσθητες ψυχές και να ζουν για ένα φιλότιμο, αλλά ένα βραδάκι που θα ακούτε Μότσαρτ στο ρετιρέ, θα βάζεις δάκρυα αντί για παγάκια στο ουίσκι σου.

Και τότε γλυκειά μου, δεν θέλω να είμαι μπροστά για να το δω.

Και τότε θα είναι αργά για να δώσω σημασία, φίλε Νίκο.



ΣΣ προς αποφυγίν παρεξηγήσεων, το ανωτέρω κείμενο, δεν αναφέρεται ούτε κατά διάνοια σε κανέναν από τους ανθρώπους που κάνω παρέα.

photo MKULTRA